24/3/10
Τοξικοεξάρτηση και οικογένεια
Σύμφωνα με έρευνες, υπάρχουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά στις οικογένειες που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της χρήσης, ιδιαίτερα όσον αφορά στο θέμα της επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη. Έχει παρατηρηθεί ότι "το 50% των οικογενειών είναι θεωρητικά "διαλυμένες", (με χαρακτηριστικά την απουσία του πατέρα ή της μητέρας, διαζύγιο κλπ.), αλλά από την άλλη το υπόλοιπο 50% αυτών των οικογενειών μπορούν να θεωρηθούν φαινομενικά υγιείς. Ωστόσο ακόμα και σε αυτές τις οικογένειες φαίνεται ότι οι σχέσεις ανάμεσα στους γονείς και το παιδί είναι πολύ διαταραγμένες και υπάρχει κυρίως μια απουσία σχέσης με τον πατέρα. Οι σχέσεις με τη μητέρα είναι φαινομενικά καλύτερες, η μητέρα εκφράζει συχνά μια έντονη και πολύ κτητική στοργή. Η αγωγή που δίνει ο πατέρας είναι τις περισσότερες φορές ανεκτική και χαρακτηρίζεται συχνά από έλλειψη ενδιαφέροντος. Τέλος επισημαίνεται ότι πρόκειται τόσο για μια παθολογία της οικογενειακής σχέσης όσο και για μια ατομική και κοινωνική παθολογία." (Olievenstein Cl., 1972)
Ένα εξίσου κοινό χαρακτηριστικό είναι ότι η ανακάλυψη της κατάχρησης ουσιών οφείλεται σχεδόν πάντα σε κάποιον τρίτο ή σε μια λάθος κίνηση, σαν να έπρεπε η παθολογία να αναγνωριστεί πρώτα από τον εξωτερικό κόσμο και ύστερα από την ίδια την οικογένεια. Η οικογένεια αγνοεί τη σοβαρότητα του προβλήματος, όταν πρόκειται για νέο χρήστη. Επίσης, όλοι υποστηρίζουν ότι αν δεν υπήρχαν τα ναρκωτικά, δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα και δεν αναγνωρίζουν το γεγονός ότι πολλές φορές η χρήση ουσιών είναι το εμφανές σύμπτωμα άλλων προβλημάτων που προυπήρχαν. "Η αδυναμία αυτών των οικογενειών να βάλουν όρια, να έχουν ένα νόμο και να τον σέβονται, έρχεται αντιμέτωπη με τη δύναμη των ναρκωτικών." (Olievenstein Cl., 1972)
Οι στόχοι της θεραπευτικής παρέμβασης (απεξάρτηση / αποτοξίνωση) στο οικογενειακό πλαίσιο είναι πολυδιάστατοι. Αρχικά, να μπορέσουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας (πέραν του εξαρτημένου) να αποβάλουν τις δικές τους ενοχές και να μιλήσουν ανοιχτά για το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Στη συνέχεια, να διερευνηθούν οι σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών και η εύρεση άλλων τύπων επικοινωνίας, πιο υγειών και λειτουργικών. Εξίσου σημαντική είναι η εκπαίδευση σε τρόπους διαχείρισης συναισθημάτων και συγκρούσεων καθώς και στη δυνατότητα της οικογένειας να βρίσκει λύσεις στα προβλήματα που προκύπτουν έχοντας κάθε μέλος ξεκάθαρο ρόλο.
Τέλος, σημαντικός στόχος της οικογενειακής θεραπείας είναι να μπορέσουν οι γονείς να αποχωριστούν τα παιδιά τους με κύριο και απώτερο σκοπό να μπορέσουν τα παιδιά να ανεξαρτητοποιηθούν και από την οικογένεια και να ξεκινήσουν μια ζωή πάνω σε νέες υγιείς βάσεις.(Μάτσα Κ., 2001)
Η επιτυχία της θεραπείας του εξαρτημένου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό και από τη δέσμευση της οικογένειας στην θεραπευτική παρέμβαση. Έχει αποδειχτεί ότι αυτή η δέσμευση μειώνει σε μεγάλο ποσοστό τη διακοπή της θεραπείας από τον εξαρτημένο, ο οποίος ουσιαστικά παροτρύνεται να συνεχίσει και μειώνονται σημαντικά οι πιθανότητες υποτροπής.
Οι προσπάθειες της οικογένειας για αλλαγή είναι συχνά επίπονες, δύσκολες και πολλές φορές ασταθείς. Η οικογένεια πιέζεται να αλλάξει τρόπους επικοινωνίας που ήταν γερά εδραιωμένοι ανάμεσα στα μέλη της για χρόνια, πολύ πριν την εμφάνιση του προβλήματος της εξάρτησης στους κόλπους της, ίσως και από την αρχή της διαμόρφωσης της. Μέσα στη διαδικασία της θεραπείας το κάθε μέλος έρχεται αντιμέτωπο με φόβους, ανασφάλειες σε σχέση με θέματα εξουσίας και ελέγχου μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο καθώς και έκφρασης υγειών συναισθημάτων.
Όσο καλύτερη και συχνότερη είναι η επαφή και η συνεργασία των μελών της οικογένειας με το θεραπευτικό πλαίσιο, τόσο πιο ανώδυνη και σταθερή είναι η εξέλιξη των απαιτούμενων αλλαγών που θα οδηγήσουν σε ένα ομαλό θεραπευτικό αποτέλεσμα, όχι μόνο για τον ίδιο τον εξαρτημένο αλλά και για τα υπόλοιπα μέλη.
Σχεδόν όλα τα θεραπευτικά προγράμματα, αναγνωρίζοντας τη σημασία της οικογενειακής παρέμβασης, καλούν τις οικογένειες να λάβουν μέρος σε ομάδες στις οποίες θα μπορούν να μιλήσουν με άλλες οικογένειες ανοιχτά για το πρόβλημα χρήσης ουσιών που αντιμετωπίζουν και να έχουν μια στενή συνεργασία με τους θεραπευτές, από τους οποίους θα μπορέσουν να πάρουν τις οδηγίες και την υποστήριξη που χρειάζονται, για να συνεχίσουν τη δύσκολη πορεία της θεραπείας.
Ευαγγελία Πολιτοπούλου
Κλινικός Ψυχολόγος
Ψυχοθεραπευτήριο Λυράκου
23/11/09
Τοξικομανία στις γυναίκες
Η τοξικοεξάρτηση αποτελεί μία σοβαρή, χρόνια και υποτροπιάζουσα πάθηση, η οποία πλήττει και τα δύο φύλα. Ωστόσο, φαίνεται, λόγω ποικίλων παραγόντων, να επηρεάζει τις γυναίκες με διαφορετικό τρόπο από ότι τους άντρες. Πώς, όμως, αντιμετωπίζει η κοινωνία μας τη γυναικεία τοξικοεξάρτηση; Πως οι γυναίκες προσεγγίζουν τα ναρκωτικά; Υπάρχουν κάποιες ουσίες που είναι πιο ελκυστικές για τις γυναίκες; Οι ίδιες διέρχονται από διαφορετικά κίνητρα για να κάνουν χρήση σε σχέση με τους άντρες; Και πώς όλα τα παραπάνω επηρεάζουν την στάση τους απέναντι στη θεραπεία (αποτοξίνωση και απεξάρτηση);
Η κοινωνία μας παρουσιάζεται λιγότερο ανεκτική στη γυναικεία χρήση ναρκωτικών στιγματίζοντας τις γυναίκες με αποτέλεσμα εκείνες να κρύβουν περισσότερο τη χρήση τους και κατά συνέπεια να είναι περισσότερο διστακτικές στο να ζητήσουν βοήθεια από τους ειδικούς. Ενδεχομένως να έχουν πέσει θύματα κοινωνικού ρατσισμού με συνέπεια να παρουσιάζουν έντονη δυσπιστία στα θεραπευτικά προγράμματα. Περισσότερο στιγματισμένες είναι οι μητέρες τοξικομανείς. Η μητρότητα λοιπόν αποτελεί ίσως την σημαντικότερη ιδιαιτερότητα της γυναικείας χρήσης. Σημαντικούς κινδύνους ελλοχεύει η χρήση ουσιών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης για την ίδια και το μωρό όπως πρόωρη γέννα, χαμηλό βάρος γέννησης, εθισμός νεογνού, σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου. Συνακολούθως, οι μητέρες τοξικομανείς είναι πιθανόν να παραμελούν και να κακοποιούν τα παιδία τους, παρέχοντας ένα δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον. Ένας από τους σημαντικότερους λόγους που οι χρήστριες αποφεύγουν να αποκαλύψουν την χρήση τους είναι ο φόβος τους ότι θα κριθούν ανίκανες μητέρες, διότι η χρήση τους έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον κοινωνικό τους ρόλο, που στοχεύει στη δημιουργία, διατήρηση και φροντίδα της οικογένειας.
Η γυναικεία τοξικομανία συνδέεται με τραυματικά γεγονότα ή στρεσογόνους παράγοντες όπως η σεξουαλική, σωματική και συναισθηματική κακοποίηση. Έρευνες έχουν δείξει ότι η πλειοψηφία των γυναικών που κάνουν χρήση έχουν πέσει θύματα σεξουαλικής ή άλλου είδους κακοποίησης στην παιδική ή εφηβική ηλικία. Είναι ιδιαίτερα πιθανό να προέρχονται και οι ίδιες από δυσλειτουργικές οικογένειες στις οποίες ένας τουλάχιστον γονέας να έκανε κατάχρηση αλκοόλ ή ναρκωτικών. Σύμφωνα με έρευνες, οι γυναίκες τείνουν να κάνουν περισσότερο κατάχρηση συνταγογραφημένων χαπιών (αγχολυτικά, βενζοδιαζεπίνες) με σκοπό την αυτοθεραπεία. Για εκείνες η χρήση αποτελεί τρόπο διαχείρισης δυσάρεστων καταστάσεων όπως η κακοποίηση και το πένθος και επίπονων συναισθημάτων όπως η χρόνια κατάθλιψη, το άγχος, η χαμηλή αυτοεκτίμηση. Η γυναικεία τοξικομανία παρουσιάζει υψηλότερο ποσοστό συνοσηρότητας με κατάθλιψη, διπολική διαταραχή, φοβίες, ψυχοσεξουαλικές διαταραχές, διατροφικές διαταραχές και μετατραυματική διαταραχή στρες.
Οι γυναίκες τοξικομανείς συνήθως έρχονται συνήθως σε πρώτη επαφή με τη χρήση μέσω του ερωτικού τους συντρόφου ο οποίος είναι ήδη χρήστης τοξικών ουσιών. Οι σύντροφοι τείνουν να καθορίζουν την ουσία, την ποσότητα και τον τρόπο χρήση. Είναι σύνηθες το φαινόμενο, οι γυναίκες τοξικομανείς να εμπλέκονται σε εξαρτητικές σχέσεις παρουσιάζοντας μια έντονη προσκόλληση στον σύντροφο, ο οποίος συνηθέστατα εμφανίζεται αποθαρρυντικός αναφορικά με την θεραπεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, οι σύντροφοι στέκονται εμπόδιο στη θεραπεία των γυναικών προσθέτοντας ακόμα έναν ανασταλτικό παράγοντα στη αναζήτηση βοήθειας για θεραπεία.
Όσον αφορά τις σωματικές συνέπειες της χρήσης συγκριτικά με τους άντρες, οι γυναίκες παρουσιάζουν πιο εύκολα εξάρτηση στην κοκαΐνη. Επίσης είναι πιο ευάλωτες σε προβλήματα υγείας π.χ. το γυναικείο συκώτι είναι πιο ευαίσθητο στην τοξική επίδραση της χρόνιας χρήσης αλκοόλ. Παράλληλα, οι εθισμένες γυναίκες κινδυνεύουν περισσότερο από σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα λόγω της τάσης τους να μοιράζονται τις σύριγγές τους με τους συντρόφους τους καθώς επίσης να καταφεύγουν στην πορνεία για να εξασφαλίσουν την δόση τους.
Συμπερασματικά, η ιδιαιτερότητα της γυναικείας τοξικοεξάρτησης διαφαίνεται στη στάση της κοινωνίας μας απέναντι της, στους παράγοντες που οδηγούν στην χρήση και στα ιδιαίτερα θέματα που απασχολούν τις γυναίκες, όπως η μητρότητα. Αυτή τη στιγμή οι γυναίκες αποτελούν το ένα τρίτο του πληθυσμού των θεραπευτικών υπηρεσιών. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, κρίνεται αναγκαία η ύπαρξη ειδικευμένων θεραπευτικών προγραμμάτων. Για αυτό το λόγο στη διεθνή θεραπευτική κοινότητα αναπτύσσονται πλέον και λειτουργούν ειδικά θεραπευτικά προγράμματα απεξάρτησης αποκλειστικά για γυναικείο πληθυσμό, που στοχεύουν στην εστίαση των ειδικών συνθηκών υπό τις οποίες διαμορφώνονται η γυναικεία χρήση και των συγκεκριμένων θεραπευτικών αναγκών που αυτές επιτάσσουν.
Νάντια Νικολουδάκη
Κλινικός Ψυχολόγος
Ψυχιατρική Κλινική Λυράκου